To …αντίδοτο στο «τίκι τάκα»

Διεθνή 13/04/2017

Η κυριαρχική εμφάνιση της Ρεάλ στην “Alianz Arena” και η νίκη απέναντι στην (συν) διεκδικήτρια του Champions League Μπάγερν Μονάχου αποδεικνύει πως είναι η καλύτερη ομάδα στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια κι ας μην πάρει φέτος την κούπα με τα ...μεγάλα αυτιά. Το πως κατάφερε να αλλάξει τις ισορροπίες τα τελευταία χρόνια είναι μία αρκετά διδακτική και ενδιαφέρουσα ιστορία..

Η εμφάνιση του Λιονέλ Μέσι στο παγκόσμιο στερέωμα στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας σήμανε και την έναρξη της «εποχής Μπάρσα» κυρίως στην διάρκεια της τετραετίας Πεπ Γκουαρδιόλα. Τέσσερα Champions League (το πρώτο με τον 19χρονο Μέσι ακόμα αναπληρωματικό), η καλύτερη μπάλα στον πλανήτη την τετραετία 2008 – 2012 με τον Πεπ στον πάγκο και η εμφάνιση του ...ανίκητου «τίκι τάκα», του ποδοσφαίρου κατοχής με πολλές πάσες με το οποίο αφού πρώτα στερούσε  τη μπάλα από τον αντίπαλο, στη συνέχεια τον ...κοίμιζε και τον «χτυπούσε» την κατάλληλη στιγμή.

Την ίδια εποχή η Ρεάλ του Ζοσέ Μουρίνιο έψαχνε τρόπους όχι να παίξει καλύτερη μπάλα αφού δεν είχε Μέσι, Τσάβι, Ινιέστα, Βίγια, Ντάνι Άλβες αλλά μάλλον να καταστρέψει το παιχνίδι της καλύτερης από αυτήν ομάδας. Με τον Ρονάλντο αλλά και τους Κακά, Ιγκουαϊν,  Μπενζεμά, Εζίλ κλπ στο ρόστερ της, αναζητούσε το δικό της στυλ με στόχο όχι τόσο τη δημιουργία του παιχνιδιού αλλά την προσαρμογή πάνω στην Μπαρσελόνα με σκοπό να εξουδετερώσει το παιχνίδι της. Κίνηση - κορωνίδα αυτής της «στρατηγικής» ήταν η τοποθέτηση του δυναμικού στόπερ Πέπε στην θέση του αμυντικού χαφ ώστε να ρίχνει ...ξύλο στον Μέσι και να σταματάει όπως μπορεί την κυκλοφορία των “blaugrana”.

Ο ...φιλελεύθερος Αντσελότι

Η κατάσταση άλλαξε όταν στη θέση του “Special One” (που το 2011-12 πήρε το μοναδικό ως τώρα πρωτάθλημα Primera Division της οκταετίας 2008-16)  ο Αντσελότι το καλοκαίρι του 2013. Σε αντίθεση με τον αμυντικογενή Μουρίνιο που εκτός από τις προπονητικές ιδέες του μετέφερε όλη του την ένταση στους παίκτες με αποτέλεσμα πότε να τους πεισμώνει αλλά και ενίοτε να τους φορτώνει με το άγχος να προσπαθήσουν να γίνουν κάτι που δεν μπορούν, ο «Καρλέτο» έκανε περισσότερο τα αυτονόητα αποφορτίζοντας πρώτα από όλα τους “galacticos”. Τους έδωσε ελευθερίες, τους έκανε να νιώσουν άνετα και τελικά να αγαπήσουν το παιχνίδι που εσχάτως είχαν ελαφρώς …ξεχάσει!  Χωρίς αυτό να σημαίνει ωστόσο ότι ο (περισσότερο διαχειριστής από ότι κόουτς) Αντσελότι αδιαφόρησε για το τεχνικό κομμάτι. Η παρεμβατικότητά του Ιταλού φάνηκε  πρωτίστως με την κίνηση να τοποθετήσει στον άξονα (ως «οκτάρι») τον σε κανονικές συνθήκες ακραίο Ντι Μαρία ώστε να μην βλέπει όλα τα παιχνίδια από τον πάγκο αφού σε πολλά ματς ήταν πια αναπληρωματικός πίσω από την μπροστινή τριάδα που μονίμως αποτελείτο από Ρονάλντο , Μπενζεμά αλλά και τον ...νεοφερμένο (ρέκορντμαν μεταγραφής) Γκάρεθ Μπέιλ που μετά από ένα διάστημα προσαρμογής ήταν «σαρωτικός» όσο εξελισσόταν η σεζόν 2013-14 η οποία έφερε στο φινάλε το κύπελλο Ισπανίας αλλά και την decima κούπα Champions League στη Λισσαβόνα. Σε αυτή τη μεταβατική σεζόν ο Ντι Μαρία ήταν ο άνθρωπος που δημιουργούσε τους μεγαλύτερους «πονοκεφάλους» στο κενό ανάμεσα στις ανασταλτικές γραμμές των αντιπαλων ενώ ανακηρύχτηκε και MVP του θριαμβευτικού τελικού με την Ατλέτικο στο “Da Luz”. Εκείνο το καλοκαίρι ήρθε στο “Bernambeu” ένας παίκτης που έμελλε να «κουμπώσει» ιδανικά δίπλα στον …computerized play maker” Μόντριτς και να δημιουργήσει ένα ...δικινητήριο άξονα μεσαίας γραμμής στους “merengues”: Ο παγκόσμιος πρωταθλητής με τη Γερμανία Τόνι Κρόοζ.

Η απάντηση στο «τίκι-τάκα»

 Η εποχή της ...μετάλλαξης είχε αρχίσει: Η Ρεάλ  έκτοτε έβρισκε την απόλυτη ισορροπία στο παιχνίδι της και την σωστή κατανομή άμυνας και δημιουργίας, το ιδανικό πάντρεμα της ελεγχόμενης κυκλοφορίας μπάλας με την εκδήλωση της πιο “physical” κόντρα επίθεσης στον πλανήτη. Με παίκτες χαρισματικούς και προικισμένους όχι μόνο τεχνικά αλλά και με σωματικά προσόντα που τους καθιστούσαν ανίκητους στον αέρα και άκρως επικίνδυνους στο χορτάρι (Ρονάλντο, Μπέιλ, Σέρχιο Ράμος κλπ). Στο ...παρηκμασμένο πλέον «τίκι τάκα» της Μπαρσελόνα, αλλά αργότερα και της ...Γερμανικής version της (Μπάγερν του Γκουαρδιόλα), η Ρεάλ είχε βρει το ιδανικό «αντίδοτο» βασισμένο στην δύναμη, την ταχύτητα, τα ψηλά και αθλητικά κορμιά που σαφέστατα πλεονεκτούσαν στις μονομαχίες και στις στημένες φάσεις  απένατι στις πιο «προικισμένες» σε τεχνική και ποιότητα και περισσότερο αυτοματοποιημένες αλλά συγχρόνως με έλλειμμα ενέργειας ομάδες. Η κούρσα του Μπέιλ που νίκησε κατά κράτος τον πιο “soft” Μπάρτρα στον τελικό κυπέλλου Iσπανίας του 2014, αλλά και το 0-4 στην “Alianz Arena”  στον ημιτελικό Champions League της ίδιας χρονιάς («σφυροκόπημα» της Μπάγερν με τις κεφαλιές του Σέρχιο Ράμος και τις «θανατηφόρες»  κόντρα επιθέσεις του Ρονάλντο) είναι μόνο μερικά από τα πολλά σχετικά παραδείγματα. Όλη αυτή η μεταστροφή που περιγράψαμε, δεν σήμανε και αυτόματα την κυριαρχία των Μαδριλένων που το 2015 δεν πήραν κανέναν τίτλο (κυρίως λόγω της ατομικής ποιότητας παικτών της Mπάρσα που έκανε “treble”) με αποτέλεσμα το τέλος της διετίας Αντσελότι. Η επιλογή Ράφα Μπενίτεθ δεν ταίριαξε ποτέ στο “Bernambeu” για να έρθει η λύση ...ανάγκης Ζιντάν στην ανατολή του 2016. Λίγους μήνες μετά ο «Ζιζού» οδηγούσε τη Ρεάλ στο ενδέκατο Champions League (undecima) ενώ φέτος προπορεύεται στην κούρσα της “La Liga” που μόνο με δικά της λάθη θα χάσει. Την ίδια ώρα,  πάει ...τρένο και στην Ευρώπη, έχοντας δύο από τα καλύτερα ακραία μπακ του πλανήτη (Καρβαχάλ – Μαρσέλο), τον καλύτερο στόπερ ίσως στον κόσμο (Ράμος) και έναν μεσαίου βεληνεκούς χαφ (Καζεμίρο) που κάνει μια χαρά την «βρώμικη» δουλειά έχοντας απελευθερώσει ταυτόχρονα τους Κρόοζ και Μόντριτς οι οποίοι αυξομοιώνουν την πίεση στον αντίπαλο με το γρήγορο οργανωτικό παιχνίδι τους τροφοδοτώντας συστηματικά και απόλυτα στοχευμένα το …BBC (Μπέιλ, Μπενζεμά, Ρονάλντο).

Η (αναπόφευκρη κάθε σεζόν) σύγκριση με την κορεσμένη αγωνιστικά και ψυχολογικά Μπαρσελόνα δεν σταματάει εδώ. Αν δει κανείς τους «παγκίτες» Χαμες Ροδρίγκες, Ίσκο, Κόβασιτς και κυρίως τον αναπληρωματικό ...πολυτελείας Μοράτα και παράλληλα θυμηθεί πως την Τρίτη ο Λουίς Ενρίκε έκανε μόνο μία αλλαγή στο “Juventus Stadium” αγνοώντας τους Αλμπα, Αλκάθερ, Ντένις Σουάρεθ κλπ (ουσιαστικά και ελλείψει Μπουσκέτς, Ραφίνια και Τουράν δεν είχε κι άλλους) καταλαβαίνει γιατί έχει σταθερά φέτος το πάνω χέρι κόντρα στους (MSN-εξαρτώμενους) Καταλανούς και ...όχι μόνο.

Νίκος Στρατής
Νίκος Στρατής
Μοιράσου το άρθρο με τους φίλους σου